Το ρεμπέτικο ως πύλη προς την ελληνική γλώσσα

Ρεμπέτες στον Πειραιά το 1933. Ανάμεσά τους ο πιο διάσημος, ο Μάρκος Βαμβακάρης. φωτογραφία: Wikimedia commons.

Τραγούδια για τη νοσταλγία, για τον υπόκοσμο και για τη φυγή. Το ρεμπέτικο δημιουργήθηκε ανάμεσα σε μετανάστες, στην υπόγεια ελληνική κοινωνική σφαίρα της δεκαετίας του 1920 και του 1930. Για την Άννα Γκαβανά, αυτή η μουσική κουλτούρα έγινε μια πύλη επιστροφής στην ελληνική γλώσσα, καθώς και στα συλλογικά κοινωνικά βιώματα και μνήμες που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά.

Τι ήταν αυτό που στην πραγματικότητα συνέβη στα ρεμπετάδικα των Εξάρχειων την περασμένη άνοιξη; Ήταν άραγε οι λέξεις που ένωσαν εμάς τους ξένους και οι φωνές μας που έκαναν τον χώρο να δονείται; Ίσως ήταν οι μελωδίες από το μπουζούκι που περικύκλωσαν και διαπέρασαν τα σώματά μας… Είχαν κρυφτεί μνήμες στις ανατολίτικες κλίμακες και τους ρυθμούς ζεϊμπέκικου 9/8 που ταξίδευαν ανάμεσα σε γενιές, τόπους και συμφραζόμενα; Τα τραγούδια για την εξαθλίωση, την αγάπη και την πάλη, μας βύθισαν σε συλλογικά συναισθήματα και κοινωνικές μνήμες.

(Ημερολόγιο από 1 Μαΐου 2025 στην Αθήνα)

Κατά τη διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας στο Γκέτεμποργκ ήμουν περιτριγυρισμένη από τους ρεμπέτικους δίσκους του Έλληνα πατέρα μου και από γλέντια με μπουζούκι. Μόνο τα τελευταία χρόνια άρχισα να αναζητώ χώρους και πλαίσια, όπου το ρεμπέτικο συνεχίζει να ζει ως ένα συναισθηματικό αρχείο και μια συλλογική κοινωνική μνήμη, τόσο σε ελληνικές πόλεις όσο και στη διασπορά των σουηδικών πόλεων.

Ως παλιά DJ βινυλίου ακολουθώ τα ίχνη προς το ρεμπέτικο «σκαλίζοντας» για δίσκους μέσα σε καφάσια δίσκων. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας έπεσα έτσι πάνω σε ένα υποείδος του μεγάλου ρεμπέτικου θέματος της οδύνης: έναν δίσκο με τραγούδια αποκλειστικά γραμμένα από γιους προς τις μητέρες τους, όπου τους λένε ότι πεθαίνουν από φυματίωση στις αρχές του 20ού αιώνα.

Πικρία, λαχτάρα και θάνατος: διαχρονικά το ρεμπέτικο έχει αφηγηθεί τη ζωή στη θάλασσα, στους δρόμους και στους τεκέδες. Το ρεμπέτικο αναδύθηκε κυρίως ανάμεσα σε πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία στον αστικό ελληνικό υπόκοσμο των αρχών του 20ού αιώνα. Δεν μοιάζει με άκουσμα που ακούει κάποιος στην Ευρώπη ή στις ΗΠΑ: οι ανατολίτικες κλίμακες, οι ρυθμοί και οι αρμονίες διαφέρουν αισθητά από τη δυτική μουσική.

Ανήκω στη γενιά που μεγάλωσε τη δεκαετία του ’70 και του ’80, όταν επικρατούσε η άποψη ότι γινόσουν χειρότερος στα σουηδικά αν μάθαινες τις άλλες σου γλώσσες. Μόνο στο λύκειο κατάφερα, ύστερα από επίμονες πιέσεις, να εξασφαλίσω διδασκαλία μητρικής γλώσσας, προκειμένου να μπορώ έστω και στοιχειωδώς να μιλάω με τους συγγενείς μου στην Ελλάδα. Η γιαγιά μου στην Αθήνα και η θεία και τα ξαδέρφια μου στη Λάρισα, μιλούσαν αποκλειστικά ελληνικά. Σήμερα, εκ των υστέρων, συνειδητοποιώ τι ιδιοφυΐα ήταν ο δάσκαλος των ελληνικών μου, ως δάσκαλος μητρικής γλώσσας καθώς για να μάθω ελληνικά χρησιμοποίησε τη διδασκαλία με ρεμπέτικα τραγούδια! Γι’ αυτό και θυμάμαι ακόμη και σήμερα κατά λέξη το τραγούδι «Ξεκινά μια ψαροπούλα απ’ το γιαλό».

Από εδώ ξεκινά το περαιτέρω ταξίδι μου μέσα στην ελληνική γλώσσα. Χέρι-χέρι με το να ερμηνεύω και να κατανοώ το ρεμπέτικο με βάση το δικό του ιστορικό πλαίσιο. Γιατί υπάρχει ρεμπέτικο που δύσκολα μεταφράζεται από τα ελληνικά: λέξεις και εκφράσεις που μπορούν να ερμηνευτούν με περισσότερους από έναν τρόπους και που περιγράφουν τύπους ανθρώπων και τόπους από την ιστορία. Με αργκό, αλληγορίες και λέξεις «κωδικούς» για περισσότερο ή λιγότερο υπόγεια φαινόμενα. Ως απόρροια αυτής της ενασχόλησης, σήμερα γνωρίζω περίπου πενήντα ελληνικές λέξεις αργκό της δεκαετίας του 1920 και του 1930 που σχετίζονται με το κάπνισμα χασίς.

Στο κλασικό της έργο για το ρεμπέτικο, η μουσικολόγος Gail Holst υποστηρίζει ότι το ρεμπέτικο διαθέτει μια στάση και μια συναισθηματική δύναμη που φτάνει στον ακροατή ακόμη κι αν δεν καταλαβαίνει ούτε μία λέξη ελληνικά. Πρόκειται για μια στάση ζωής από τον ακατέργαστο Πειραιά της δεκαετίας του 1930 που αψηφά τη φτώχεια, την καταπίεση και τον θάνατο.

«Αυτό που κάνει τα τραγούδια μουσικά ενδιαφέροντα είναι ένας συνδυασμός παραγόντων: οι ανατολίτικες μελωδίες, ο επίμονος ρυθμός, ιδιαίτερα ο παράξενα συναρπαστικός ρυθμός ζεϊμπέκικου 9/8. Η αντίθεση ανάμεσα στον χορευτικό ρυθμό και τη φωτεινή χροιά του μπουζουκιού από τη μια και τον πικρό και θλιμμένο στίχο από την άλλη και πάνω από όλα η ποιότητα της φωνής του τραγουδιστή, η οποία μπορεί να είναι ρινική, τραχιά και μεταλλική, αλλά ποτέ γλυκιά.»
(Holst 1975:45, μετάφραση της συγγραφέως από τα αγγλικά)a)

Υπάρχει όμως ένα ακόμη κανάλι που οδηγεί στο ρεμπέτικο: το να ανιχνεύει κανείς τις μελωδίες, τις ενορχηστρώσεις και τους ρυθμούς και με το σώμα, μαθαίνοντας να παίζει με τα όργανα. Στο ρεμπέτικο συνήθως περιλαμβάνονται το διπλό τρίχορδο μπουζούκι και ο μπαγλαμάς, καθώς και μια λαϊκή κιθάρα. Το δικό μου όργανο έγινε ενστικτωδώς ο μπαγλαμάς, αυτό το μίνι-μπουζούκι που δεν είναι μεγαλύτερο από έναν πήχη. Κάτι που το καθιστά πολύ πιο εύκολο να το περάσει κανείς λαθραία στο μανίκι του παλτού, όπως γινόταν σε περιόδους της ιστορίας όπου το ρεμπέτικο ήταν απαγορευμένο στην Ελλάδα.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο μπαγλαμάς συνδεόταν με φυλακές και με το κάπνισμα χασίς. Μπορεί να παιχτεί ως μελωδικό όργανο, για να τονίσει τη ρυθμική δομή και για να παίζει συγχορδίες σε παράλληλες οκτάβες μαζί με το μπουζούκι. Αγαπώ τον θρασύ, οξύ ήχο του μπαγλαμά και τη στάση ζωής των παικτών του μπαγλαμά, όπως του πρωτοπόρου Γιώργου Μπάτη από τον Πειραιά της δεκαετίας του 1930, ο οποίος ήταν γνωστός για το χιούμορ και τη γενναιοδωρία του και θάφτηκε το 1967 μαζί με τον αγαπημένο του μπαγλαμά.


Ρεμπέτικο στον σημερινό Πειραιά, με τους Δημήτρη Μεντή, Σάκη Νικολετόπουλο, Έφη Ράπτη και Γιώργο Ζορμπά. φωτογραφία: Ulrika Walmark

Έτσι αποφάσισα να πάρω μπαγλαμά και έτσι έγινε: ταξίδεψα στη Θεσσαλονίκη και αγόρασα ένα πραγματικό διαμάντι μπαγλαμά.
Από κανέναν λιγότερο από τον οργανοποιό Βίκτορ Ντεκαβάλας, του οποίου ο παππούς κατασκεύαζε όργανα για τον Σουλτάνο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ήταν ένας από εκείνους που διέφυγαν κατά την καταστροφή της Σμύρνης το 1922. Από τότε ο μπαγλαμάς μου είναι ο καλύτερός μου μικρός φίλος: «ο μόνος που με καταλαβαίνει», όπως άλλωστε συνηθίζουν να υμνούν το μπουζούκι:

Μπουζούκι σύντροφε πιστέ
Εσύ μονάχα μένεις
Αυτή την ψεύτικη ζωή
Να μου την εγλυκαίνεις
(Από το τραγούδι «Μπουζούκι μου διπλόχορδο» / Μάρκος Βαμβακάρης)

Πρόσφατα ο 80χρονος πατέρας μου, μου διηγήθηκε ότι όταν ήταν περίπου δέκα ετών, στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο οργανοπαίχτης του μπαγλαμά ή «μπαγλαματζής» (όπως o ίδιος έλεγε) Γιάννης Διαμαντάς, συνήθιζε να παίζει για τους εργάτες στο συνεργείο του παππού μου στη Λάρισα. Ο πατέρας μου θυμάται πώς ο Γιάννης ερχόταν με το ποδήλατο, με τον μπαγλαμά στην πλάτη και έπαιζε, έπινε τσίπουρο, έλεγε ιστορίες και ήταν τύφλα στο μεθύσι μέχρι το μεσημέρι. Στο διαδίκτυο βρίσκω μια ανέκδοτη ηχογράφηση από ιδιωτικό αρχείο και ξαφνικά κάθομαι στην κουζίνα μου στο Γκέτεμποργκ και ακούω τον Διαμαντά να παίζει, να τραγουδά δυνατά και να ξεσαλώνει στη Λάρισα της δεκαετίας του 1950, όπως την έζησε ο πατέρας μου στην πραγματική ζωή, στο πάτωμα του συνεργείου του παππού μου, πριν από 70 χρόνια.

Παρόλο που τα σημαντικότερα ρεμπέτικα τραγούδια συντέθηκαν από τη δεκαετία του 1920 και μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, νέες γενιές συνεχίζουν να επιστρέφουν σε αυτά, να τα παίζουν, να τα ερμηνεύουν και να τα ακούνε. Τα τραγούδια αντηχούν νέες σημασίες, συναισθήματα και κόσμους ζωής. Η μουσικολόγος Julia Lindgren (2023) γράφει για το ρεμπέτικο ως κάθαρση, δηλαδή εξαγνισμό και εκτόνωση: το να βιώνει κανείς τα συναισθήματα και με αυτόν τον τρόπο να απελευθερώνεται από αυτά. Για μένα, το ρεμπέτικο είναι ένα παράδειγμα του πώς η μουσική —εδώ με τη μορφή στίχων, κλιμάκων και ρυθμών— μπορεί να προκαλέσει συλλογικές κοινωνικές μνήμες και κοινή συναισθηματική ένταση.

Στα Εξάρχεια, την άνοιξη, ήμουν περιτριγυρισμένη από ανθρώπους 20–30 ετών που βίωναν από κοινού αυτές τις μνήμες και τα συναισθήματα εξίσου βαθιά όπως και οι προπαππούδες τους. Κρίση, αγώνας, αγάπη και μετανάστευση: αιώνια θέματα αντανακλώνται και προσαρμόζνται σε νέα συμφραζόμενα. Για μένα, η ρεμπέτικη κουλτούρα έχει γίνει μια άμεση πύλη για να κατανοήσω τόσο την ελληνική γλώσσα όσο και τους προγόνους μου και τη ζωή στη σουηδική διασπορά.



*Τεκές / Τεκέδες: Στα ρεμπέτικα τραγούδια, ο τεκές δηλώνει έναν άτυπο και συνήθως παράνομο χώρο κατανάλωσης χασίς, που ταυτόχρονα λειτουργούσε ως σημείο συνάντησης και κοινωνικής συνεύρεσης ανθρώπων του περιθωρίου. Με αυτή την έννοια, μπορεί να ιδωθεί ως ένα είδος «καφενείου» του ρεμπέτικου κόσμου, με έντονο συμβολικό φορτίο.


Βιβλιογραφία:

Holst, Gail (1975). Road to Rembetika: Music of a Greek Sub-Culture – Songs of Love, Sorrow and Hashish. Εύβοια: Denise Harvey Publisher.

Lindgren, Julia (2023). Rembetiko i Sverige: Studier av en grekisk musikkulturs fortlevande i diasporan. Μεταπτυχιακή εργασία: Πανεπιστήμιο Linné.

Η Άννα Γκαβάνας • 2026-01-22
Άννα Γκαβάνας είναι κοινωνική ανθρωπολόγος, συγγραφέας και αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλας. Παίζει και τραγουδά επίσης στα μουσικά σχήματα Thessaly Hifi και Meteora.


Το Lyktan είναι ένα πολυγλωσσικό πολιτιστικό περιοδικό με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη συνάντηση και αλληλεπίδραση των γλωσσών. Με αφετηρία την ιδέα «τέχνη για όλους», γράφουμε για την τέχνη, τον πολιτισμό και την πολυγλωσσία. Είμαστε πολιτικά και θρησκευτικά ανεξάρτητοι και λειτουργούμε ως αυτόνομος φορέας με κύριο φορέα τον Οργανισμό Προώθησης της Τέχνης Västmanland (Konstfrämjandet Västmanland). Επικοινωνήστε μαζί μας

Rebetiko som kaninhål till grekiskan

Rebetikomusiker i Pireus 1933. Bland dem den mest kända, Márkos Vámvakaris. Bild: Wikimedia commons.

Sånger om längtan, om gangsterliv och om flykten. Rebetiko skapades bland migranter i 1920- och 30-talets grekiska underjord. För Anna Gavanas blev musikkulturen en portal tillbaka till det grekiska språket, så väl som till kollektiva sociala minnen genom generationerna.

Vad var det som egentligen hände på rebetikoklubbarna i Exarcheia i våras? Var det i orden vi främlingar förenades och våra röster som fick rummet att vibrera? Kanske var det melodierna från bouzoukin som omslöt och genomborrade våra kroppar… Hade minnen gömts i de österländska skalorna och 9/8 zeibekiko-rytmerna som färdades mellan generationer, platser och sammanhang? Låtarna om misär, kärlek och kamp absorberade in oss i kollektiva känslor och sociala minnen. (Dagbok från 1 maj 2025 i Aten).

Under min uppväxt i Göteborg omgavs jag av min grekiska pappas rebetikoskivor och bouzoukifester. Inte förrän på senare år har jag sökt upp sammanhang där rebetiko lever vidare som ett känslomässigt arkiv och ett kollektivt socialt minne – i både grekiska städer och i svenska städers diaspora. Som gammal vinyl-DJ följer jag spåren till rebetiko genom att gräva efter skivor i skivbackar.

Under pandemin snubblade jag således på en subgenre till det stora rebetikotemat om lidande: en skiva med enbart låtar skrivna av söner till sina mödrar om att de var döende i tuberkolos under tidigt 1900-tal. Bitterhet, längtan och död: genom historien har rebetikomusiken berättat om livet till sjöss, på vägarna och i haschhålorna (tekedes*). Rebetiko uppstod huvudsakligen bland flyktingar från Mindre Asien i den urbana grekiska underjordens tidiga 1900-tal. Det låter inte som något du hör i Europa eller USA: de österländska skalorna, rytmerna och harmonierna skiljer sig markant från västerländsk musik.

Jag tillhör den generation som växte upp på 70- och 80-talet, när man ansågs bli sämre på svenska om man lärde sig sina andra språk. Inte förrän i gymnasiet lyckades jag tjata till mig hemspråksundervisning för att över huvud taget kunna prata med min släkt i Grekland. Farmor i Aten, och faster och kusiner i Larissa, pratade enbart grekiska. Idag i efterhand går det upp för mig vilket geni min grekiska hemspråkslärare var: som ett sätt att lära mig grekiska lärde han mig rebetikolåtar! Därför minns jag än idag ordagrant låten ”Ξεκινά μια ψαροπούλα απ’ το γιαλό/ En fiskebåt gav sig iväg från stranden.”

Härifrån avgår min fortsatta seglats in i grekiskan: hand i hand med att tolka och förstå rebetiko utifrån sitt eget historiska sammanhang. För det finns rebetiko som svårligen låter sig översättas från grekiskan: ord och uttryck som kan tolkas på flera sätt och som beskriver typer av personer och platser från historien. Med slang, allegorier och kodord för mer eller mindre underjordiska fenomen. Som en bonus kan jag idag cirka 50 grekiska ord på 1920- och 30-talsslang som handlar om hashrökning. I sitt klassiska verk om rebetiko menar Musikvetaren Gail Holst att rebetiko har en attityd och en känslomässig kraft som når fram även om man inte förstår ett ord grekiska. En inställning från det råa 1930-talets Pireus som trotsar fattigdom, förtryck och död.

”Det som gör låtarna musikaliskt intressanta är en kombination av faktorer: de österländsk-klingande melodierna, den insisterande rytmen – speciellt den underligt fascinerande 9/8 zeibekiko-rytmen. Kontrasten mellan den studsande rytmen och den ljusa klangfärgen från bouzoukin och den bitter-sorgliga låttexten och framför allt sångarens röstkvalitet, som kan vara nasal, skrapig och metallisk – men aldrig söt.”(Holst 1975:45, författarens översättning från engelska)

Men det finns ytterligare ett kaninhål som leder till rebetiko: att spåra melodierna, arrangemangen och rytmerna med kroppen genom att lära sig att spela dem med instrumenten. I rebetiko ingår vanligtvis de dubbelt tresträngade bouzouki och baglamas, samt en folkgitarr. Mitt instrument blev instinktivt baglamas: denna mini-bouzouki som inte är större än en underarm. Vilket gör den desto lättare att smuggla med i rockärmen, som man gjorde under perioder i historien då rebetiko förbjöds i Grekland.

Länge förknippades baglamas med fängelser och hashrökning. Den kan spelas som ett melodi-instrument, för att betona rytmisk struktur och för att spela ackord i parallella oktaver med bouzouki. Jag älskar baglamasens kaxiga diskantiga ljud, och attityden hos baglamas-spelare som pionjären Giorgos Batis från 1930-talets Pireus, som var känd för sin humor och generositet och begravdes 1967 tillsammans med sin favorit-baglamas.


Rebetiko i dagens Pireus, med Dimitris Mentis, Sakis Nikoletopoulos, Efi Rapti och George Zorbas. Bild: Ulrika Walmark

Sagt och gjort: jag åkte till Thessaloniki och köpte en riktig pärla till baglamas. Från ingen mindre än instrumentmakaren Viktor Dekavalas, vars farfar tillverkade instrument till Sultanen i det osmanska riket och var en av dem som flydde under katastrofen i Smyrna 1922. Sen dess har min baglamas varit min bästa lilla vän: ”den enda som förstår mig,” som annars bouzoukis brukar besjungas:

Bouzouki, trogna följeslagare.
Du är den enda som finns kvar
I detta falska liv.
Och mildrar det för mig.

(Ur låten ”Min dubbelsträngade bouzouki” / Markos Vamvakaris)

Härom dagen berättade min 80-åriga pappa att när han var i 10-årsåldern, i mitten av 1950-talet, brukade baglamas-spelaren Giannis Diamandas spela för arbetarna i farfars verkstad i Larissa. Pappa minns hur Giannis kom cyklande med sin baglamas på ryggen och spelade, drack tsipouro, berättade historier och var dyngrak vid lunchtid. På nätet hittar jag en outgiven inspelning från ett privat arkiv. Plötsligt sitter jag i mitt kök i Göteborg och lyssnar när Diamandas spelar, skrålar och härjar i 1950-talets Larissa, som pappa upplevde i det verkliga livet på farfars verkstadsgolv för 70 år sen.

Även om de viktigaste rebetikosångerna komponerades från 1920-talet och fram till andra världskriget, fortsätter nya generationer att återvända, spela, tolka och lyssna på dem. Låtarna återklingar nya betydelser, känslor och livsvärldar. Musikvetaren Julia Lindgren (2023) skriver om rebetiko som katharsis, det vill säga rening och avreaktion: att leva ut emotioner och på så sätt renas från dem.

För mig är rebetiko ett exempel på hur musik, här i form av låttexter, skalor och rytmer, kan frammana kollektiva sociala minnen och gemensam känslomässig intensitet. I Exarcheia i våras var jag omgiven av 20-30-åringar som gemensamt upplevde dessa minnen och känslor lika djupt som deras gammelföräldrar gjorde. Kris, kamp, kärlek och migration: eviga teman återspeglas och aktualiseras i nya sammanhang. För mig har rebetikokulturen blivit en direktportal för att förstå både grekiska språket, mina förfäder och livet i den grekiska diasporan i Sverige.

*Tekes – Tekedes: I rebetikosånger betecknar tekes en informell och oftast olaglig plats för haschrökning, som samtidigt fungerade som en mötesplats och ett rum för social samvaro bland människor i samhällets marginaler. I den meningen kan den ses som ett slags ”kafé” i rebetikans värld, med en stark symbolisk laddning.

Referenser:
Holst, Gail (1975) Road to Rembetika Music of a Greek Sub-Culture – Songs of Love, Sorrow and Hashish. Evia: Denise Harvey Publisher.

Lindgren, Julia (2023) Rembetiko i Sverige Studier av en grekisk musikkulturs fortlevande i diasporan. Magisteruppsats: Linnéuniversitetet.

Anna Gavanas • 2026-01-22
Anna Gavanas är socialantropolog, författare, och docent anknuten till Uppsala Universitet. Hon spelar och sjunger även i musikgrupperna Thessaly Hifi och Meteora.